πτύελο, το

πτύελο, το και πτύαλο το αυτό που φτύνεται, το φτύσμα, το απόχρεμα, το φλέμα, το ρόχαλο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πτύελο — το / πτύελον, ΝΜΑ, και πτύαλον, τὸ, και πτύαλος, ὁ, Α το έκκριμμα τού βλεννογόνου τών πνευμόνων και τών αεροφόρων οδών με προσμίξεις κυτταρικών στοιχείων, σάλιου, υπολειμμάτων τροφής, σκόνης, σωματιδίων καπνού, πύου, αίματος, παθογόνων μικροβίων …   Dictionary of Greek

  • έκπτυσμα — ἔκπτυσμα, το (Α) αυτό που έχει φτυστεί, το πτύελο …   Dictionary of Greek

  • αιμόπυον — αἱμόπυον, το (Α) πτύελο με αίμα …   Dictionary of Greek

  • πέπειρος — α, ον, Α 1. (για καρπούς) ώριμος, γινωμένος 2. το θηλ. πεπείρα α) ηλικιωμένη β) αυτή που είναι σε ηλικία γάμου 3. μτφ. α) (για πρόσ.) ήπιος, μειλίχιος β) (για ασθένεια) αυτή που έχει φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της 4. φρ. «πεπειρότερον πτύελον» …   Dictionary of Greek

  • πτυαλώδης — και πτυελώδης, ῶδες, Α [πτύαλον] 1. αυτός που μοιάζει στη σύσταση με το πτύελο 2. αυτός που έχει άφθονα εκκρίμματα και πτύελα, σαλιάρης …   Dictionary of Greek

  • πτυελοδοχείο — το, Ν δοχείο με κάλυμμα ή χωρίς κάλυμμα για να φτύνουν μέσα τα προϊόντα τής απόχρεμψης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτύελο + δοχείο. Η λ., στον λόγιο τ. πτυελοδοχεῖον, μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • πτύαλον — τὸ, Α βλ. πτύελο …   Dictionary of Greek

  • πτύσμα — το, ΝΜΑ [πτύω] το φτύσμα, αυτό που φτύνεται κατά την απόχρεμψη, πτύελο, απόχρεμμα (α. «πτύσματα λεπτὰ καὶ ἁλυκὰ καὶ κεχρωσμένα ἀκρήτῳ χρώματι», Ιππ. β. «καὶ τι τῶν πρὸς τῷ τοίχῳ πτυσμάτων ἐπισημηναμένου», Πολ. γ. «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν… …   Dictionary of Greek

  • φτύνω — πτύω, ΝΜΑ, και λόγιος τ. πτύω και φτυώ και φτω Ν, και κατά τον Ησύχ. ψύττω Α 1. βγάζω από το στόμα μου σάλιο, εκπτύω, αποπτύω (α. «φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι», Σολωμ. β. «καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῡ», ΚΔ) 2. (γενικά) βγάζω από το… …   Dictionary of Greek

  • ψυττόν — τὸ, Α [ψύττω] (κατά τον Ησύχ.) πτύελο, απόχρεμμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.